ορός

ορός
Το υγρό μέρος του αίματος, κίτρινου χρώματος, ρευστό σχεδόν σαν το νερό, που αποχωρίζεται μετά την εκτός του σώματος πήξη και συστολή του θρόμβου του αίματος. Διαφέρει από το πλάσμα, γιατί δεν περιέχει ινωδογόνο και προθρομβίνη, ουσίες που μένουν στο θρόμβο. Έτσι στον ο. περιέχονται σχεδόν όλα τα συστατικά του πλάσματος, ιδιαίτερα τα αντισώματα (συγκολλητίνες, λυσΐνες, αντιτοξίνες κ.ά.)· η παρουσία των ουσιών αυτών κάνει τη χρησιμοποίηση του ο. ιδιαίτερα σημαντική για θεραπευτικούς σκοπούς (οροθεραπεία). Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ο. ανθρώπων και ζώων φυσικά ή τεχνητά, ανοσοποιηθέντων και κατά συνέπεια ιδιαίτερα πλούσιων σε αντισώματα ειδικά για τη νόσο που θέλουμε να καταπολεμήσουμε. Καμιά φορά η εφαρμογή της οροθεραπείας προκαλεί ατυχήματα από ευαισθητοποίηση με αντιδράσεις αναφυλακτικού τύπου (ορονοσία). Ο ο. χρησιμοποιείται και για διαγνωστικούς σκοπούς, γιατί στα περισσότερα λοιμώδη νοσήματα παράγονται ειδικά αντισώματα που μπορεί vα ανιχνευθούν στον ο. και να μας αποκαλύψουν την ταυτότητα της νόσου.
* * *
και, εσφ. ανάγν., ορρός, ο (ΑΜ ὀρός και εσφ. ανάγν. ὀρρός)
1. το υδαρές υπόλειμμα τού γάλακτος μετά την αφαίρεση τής τυρίνης και τού βουτύρου, το μετά την πήξη τού γάλακτος υδατώδες υπόλειμμα, τα τυρόγαλο
2. το υγρό που απομένει στην πληγή μετά την πήξη τού αίματος
νεοελλ.
1. (αιματολ.) κίτρινο υδατώδες υγρό που εξιδρώνεται από έναν θρόμβο ολικού πηγμένου αίματος ή που αποχωρίζεται από τα ερυθρά αιμοσφαίρια απινιδωμένου αίματος κατά τη φυγοκέντρησή του
2. φρ. α) «φυσιολογικός ορός» — θεραπευτικό διάλυμα τού οποίου η ωσμωτική πίεση είναι ίση με τού ορού τού αίματος, όπως λ.χ. τού χλωριούχου νατρίου ή τής γλυκόζης
β) «θεραπευτικός ορός» — ορός ανθρώπου ή ζώου που έχει ανοσοποιηθεί κατά μικροβίων διαφόρων λοιμωδών νοσημάτων με αυξανόμενες δόσεις αντιγόνων ή έχει υποβληθεί σε διάφορες θεραπείες
γ) «αντιλεμφοκυτταρικός ορός» — ορός ικανός να ελαττώνει ή να αναστέλλει την ανοσιακή δραστηριότητα τών λεμφοκυττάρων
αρχ.
1. το υγρό μέρος τής πίσσας
2) φρ. «σπερματικὸς ὀρός» και απλώς «ὀρός» — το ρευστό τού σπέρματος, το υδατώδες μέρος τού ανθρώπινου ή ζωικού σπέρματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματ. όν. (πρβλ. τροφός, θορός) με ιωνική ψίλωση που ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *ser- «ρέω, κυλώ» και συνδέεται με αρχ. ινδ. sara- «ρέω» (< sisarti «ρέω, χύνομαι»)και λατ. serum «ορός». Τα βυζαντινά χειρόγραφα δίνουν τ. ὀρρός, που οφείλεται πιθ. σε εσφ. ανάγν. τού τ. ὀρός. Στη Νέα Ελληνική έχουμε μία σειρά επιστημονικών όρων με α' συνθετικό ορο-, από τους οποίους οι περισσότεροι έχουν προέλθει από μετάφραση στην Ελληνική τού λατ. serum (οροαιματώδης, πρβλ. αγγλ. serosanguinus, οροαντίδραση, πρβλ. γαλλ. seroreaction).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό ορο-) οροαιματώδης, οροαιμάτωμα, οροαλβουμίνη, οροαντίδραση, οροβλεννογόνος, ορόγαλα, ορογόνος, οροδιάγνωση, οροεμβολιασμός, οροεξασθένηση, οροθεραπεία, οροϊνώδης, ορολεύκωμα, ορολογία (Ι), ορονοσία, οροπυώδης, οροστέγεια, οροσυγκόλληση, οροσφαιρίνη].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • .όρος — ὅρος , ὅρος boundary masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρός — the watery masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄρος — implement for pressing grapes neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὅρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅρος — boundary masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όρος — Το υγρό μέρος του αίματος, κίτρινου χρώματος, ρευστό σχεδόν σαν το νερό, που αποχωρίζεται μετά την εκτός του σώματος πήξη και συστολή του θρόμβου του αίματος. Διαφέρει από το πλάσμα, γιατί δεν περιέχει ινωδογόνο και προθρομβίνη, ουσίες που μένουν …   Dictionary of Greek

  • ορός — ο 1. το υγρό που μένει μετά την πήξη του γάλατος ή του αίματος. 2. διάλυμα από άλατα ή ζάχαρο για θεραπευτικούς σκοπούς: Τεχνητός ορός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • όρος — ο ου 1. διάταξη, συμφωνία, κανόνας: Όροι συνθήκης, συμφωνίας, δανείου κτλ. 2. ονομασία πραγμάτων ή εννοιών στις επιστήμες ή τις τέχνες: Αυτός είναι επιστημονικός όρος. 3. κατάσταση, συνθήκη ζωής: Όροι διαβίωσης. το ους, ύψωμα της γήινης… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιμολυτικός ορός — Ορός αίματος ζώου που περιέχει σημαντικές ποσότητες αιμολυσινών, δραστικών εναντίον ερυθρών αιμοσφαιρίων συγκεκριμένου ζωικού είδους. Ο α.ο. που χρησιμοποιείται συνήθως είναι ο αντιπροβάτειος. Για να τον παρασκευάσουμε κάνουμε διαδοχικές… …   Dictionary of Greek

  • Κουκ, όρος — Όρος (3.764 μ.) των δυτικών Άλπεων στο νησί της δυτικής Νέας Ζηλανδίας. Είναι το ψηλότερο του νησιού και οι ιθαγενείς το ονομάζουν Αορανγκί (= μεγάλο άσπρο νέφος). Η κορυφή του έχει πολύ απότομες πλαγιές και αποτελείται από κρυσταλλικά πετρώματα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”